Η αγάπη δεν είναι ποτέ απλή υπόθεση, ούτε οι επιλογές μας ελαφριές. Αυτή η μάλλον οικουμενική αλήθεια βρίσκει νέο τηλεοπτικό καταφύγιο στη νέα καθημερινή σειρά του Alpha, «Να μ’ αγαπάς». Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κλασικό εγχώριο αφήγημα όπου οι απώλειες και τα καλά κρυμμένα μυστικά γίνονται ένα κουβάρι που υπόσχεται να κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο. Η ιστορία τραβάει μια ευθεία γραμμή από τη Θεσσαλονίκη του 1998, όταν η Ζωή εγκαταλείπει τα δίδυμα μωρά της για να σβήσει τα ίχνη μιας ολόκληρης ζωής, μέχρι το Ναύπλιο του 2025. Είκοσι επτά χρόνια μετά, τα δίδυμα, ο Λευτέρης και η Φωτεινή, μαθαίνουν για την ταυτότητα της μητέρας τους από τα τελευταία λόγια της γιαγιάς τους. Με τον θυμό της εγκατάλειψης νωπό, αποφασίζουν να κατέβουν στον Νότο για να βρουν την αλήθεια και να διεκδικήσουν ό,τι τους ανήκει.
Στο Ναύπλιο, η Ζωή έχει στήσει τη δική της, φαινομενικά τέλεια, βιτρίνα. Είναι πλέον παντρεμένη με τον μεγαλοεπιχειρηματία Θεόφιλο Καλλιγά, μεγαλώνουν μαζί τα δυο τους παιδιά, τον Χάρη και την Εβίτα, ενώ στο κάδρο της έπαυλης υπάρχει και ο Ορφέας, ο γιος του Θεόφιλου από τον πρώτο του γάμο. Τα πράγματα περιπλέκονται άγρια όταν ο Λευτέρης και η Φωτεινή σκάνε μύτη, μετατρεπόμενοι στον απόλυτο εφιάλτη της μάνας που τους απαρνήθηκε. Αν και η Ζωή παλεύει λυσσαλέα να τους κρατήσει μακριά από τη νέα της οικογένεια, το σενάριο του Γιώργου Μακρή δεν αφήνει περιθώρια: ο Λευτέρης ερωτεύεται την ανιψιά του Θεόφιλου, την Άννα, ενώ η Φωτεινή βρίσκει τον έρωτα στο πρόσωπο του πρωτότοκου Ορφέα.
Λες και αυτό το οικογενειακό γαϊτανάκι δεν ήταν αρκετό, στον χορό μπαίνει η Σοφία, μια γυναίκα απωθημένη στο περιθώριο που γυρεύει εκδίκηση από όσους της έκλεψαν τη ζωή, αλλά και ο Άγγελος Μανιάτης, ένας μυστήριος, μοναχικός τύπος από τα παλιά με αποκλειστικό σκοπό να διαλύσει τους Καλλιγάδες. Με τη σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαβασιλείου, η σειρά παραγωγής 2025-2026 ρίχνει στη μάχη ένα βαρύ καστ, με ονόματα όπως ο Δημήτρης Αλεξανδρής, η Ελισάβετ Μουτάφη, ο Στάθης Σταμουλακάτος, η Στεφανή Καπετανίδη και ο Μιχαήλ Ταμπακάκης, πλάι σε νεότερους ηθοποιούς, χτίζοντας συμμαχίες που προσπαθούν να διορθώσουν τις προδοσίες του χθες.
Αυτή η τάση της τηλεόρασης να ανακατεύει το παρελθόν και να κατασκευάζει ακραίες αντιπαλότητες δεν αφορά φυσικά μόνο τη σύγχρονη μυθοπλασία. Όταν το δράμα μεταφέρεται στη διεθνή σκηνή, συχνά φοράει περούκες εποχής και πατάει πάνω σε ιστορικά πρόσωπα, παραμορφώνοντάς τα απολαυστικά για χάρη της ίντριγκας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα; Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και ο Αντόνιο Σαλιέρι. Όσο ζούσαν, οι δυο τους ήταν τακτικοί συνεργάτες που έτρεφαν έναν υγιή, αμοιβαίο σεβασμό για το τεράστιο μουσικό ταλέντο του άλλου. Μετά θάνατον, όμως, η ποπ κουλτούρα τούς έχει μετατρέψει στην κλασική εκδοχή του Tupac και του Biggie.
Από το θεατρικό «Μότσαρτ και Σαλιέρι» του Πούσκιν το 1830 και την ομώνυμη όπερα του Ρίμσκι-Κόρσακοφ το 1879, μέχρι το θεατρικό hit του Peter Shaffer το 1979 και τη θρυλική, βραβευμένη με οκτώ Όσκαρ ταινία του Miloš Forman, το αφήγημα μιας αντιζηλίας τόσο τοξικής που κατέληξε σε σχέδιο δολοφονίας πουλάει πάντα. Και το νέο βρετανικό «Amadeus», μια μίνι σειρά πέντε επεισοδίων του Starz που προβλήθηκε τα περασμένα Χριστούγεννα, πατάει τέρμα το γκάζι σε αυτή ακριβώς τη θεωρία συνωμοσίας.
Στο φινάλε κιόλας του πρώτου επεισοδίου βλέπουμε τον Σαλιέρι –έναν Paul Bettany θαμμένο κάτω από ένα μάλλον μη πειστικό μακιγιάζ γήρανσης– να αναπολεί στο κρεβάτι του θανάτου πώς “καθάρισε” τον αντίπαλό του, με μια σχεδόν απτή, ανατριχιαστική ηδονή. Μετά από ένα εντελώς ψυχρό άνοιγμα όπου ο ηλικιωμένος συνθέτης πηδάει από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου σε μια χιονισμένη αυλή, η δράση γυρίζει πίσω στη Βιέννη του 1781, τη στιγμή που ο νεαρός μαέστρος μόλις καταφτάνει διψασμένος για δόξα και χρήμα.
Ο δημιουργός της σειράς, Joe Barton, κάνει ξεκάθαρο από την αρχή ότι δεν τον απασχολεί καθόλου να προσφέρει ένα μάθημα ιστορικής ακρίβειας, αμαυρώνοντας ουσιαστικά τη φήμη ενός αθώου ανθρώπου για χάρη του θεάματος. Εννοείται πως δεν πρόκειται να βρείτε καμία επίσημη βιογραφία που να επιβεβαιώνει ότι ο Μότσαρτ εκσπερμάτωσε πάνω σε έναν μπουφέ με κέικ, αμέσως αφού έφαγε μια φράουλα που μόλις είχε ανασύρει από ένα απόκρυφο σημείο της ερωμένης του – μια σκηνή που μυρίζει περισσότερο «Saltburn» παρά Σάλτσμπουργκ. Ούτε φυσικά καταγράφεται πουθενά ότι ο Σαλιέρι αυνανίστηκε πάνω στο αγαπημένο του πιάνο σε μια απεγνωσμένη, άκαρπη προσπάθεια να νικήσει το συγγραφικό του μπλοκάρισμα. Η σειρά βαθαίνει σκόπιμα τον μύθο της κόντρας τους, ανεβάζοντας στο κόκκινο τον βαθμό της πρόκλησης.
Το πιο δυνατό χαρτί αυτού του τολμηρού εγχειρήματος αποδεικνύεται ο Will Sharpe. Παρότι η επιλογή του να παίξει τον Αμαντέους –όντας μισός Ιάπωνας και μισός Βρετανός– απορρίφθηκε αρχικά από κάποιους γραφικούς ως άλλο ένα καταθλιπτικό σύμπτωμα της “woke” μανίας, ο ηθοποιός (τον οποίο είδαμε πρόσφατα να δίνει ρέστα στο «Girl/Haji» ξανά μαζί με τον Barton) φέρνει κάτι πραγματικά φρέσκο στο τραπέζι. Πιάνει τέλεια το μείγμα διαφθοράς, παρακμής και διάχυτης γοητείας του συνθέτη με μια μόνο κίνηση. «Πρώτον, ζητώ συγγνώμη. Δεύτερον, καλημέρα», λέει στις κόρες της σπιτονοικοκυράς του, αφού πρώτα έχει ξεράσει στο πεζοδρόμιο έξω από τη νέα του κατοικία.
Ο δικός του Μότσαρτ παραμένει ένα τέρας εγωισμού –φτάνει στο σημείο να ξεφτιλίσει δημόσια έναν νεαρό θαυμαστή επειδή δεν μπορεί να αναπαραγάγει τη μουσική του ιδιοφυΐα–, αλλά αποφεύγει τη μανιακή ενέργεια και τα υστερικά ξεσπάσματα α-λα John McEnroe που είχε καθιερώσει ο Tom Hulce. Αντιθέτως, παραδίδει μια πιο λεπτή και πολυδιάστατη ερμηνεία, η οποία παίζει συνεχώς με τη συμπάθεια του θεατή και σε κάνει να καταλάβεις απόλυτα γιατί όλοι, εκτός από τον Σαλιέρι, έπεφταν αρχικά θύματα της μαγείας του.
Είτε πρόκειται για τα ασφυκτικά σαλόνια της Βιέννης του 18ου αιώνα, είτε για τις κλειστές πόρτες μιας βίλας στο σημερινό Ναύπλιο, η τηλεόραση ξέρει καλά τη δουλειά της: το παρελθόν δεν πεθαίνει ποτέ, απλώς περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να πάρει την εκδίκησή του στην οθόνη.
More Stories
Τηλεοπτικά Δρώμενα: Από την Αθήνα του ’60 στις Νέες Κωμωδίες του Apple TV